Στα βάθη της Θράκης ζούσε η πυρφόρα ιέρεια Αλκίννα, κόρη του Ήλιου. Η καρδιά της ήταν φλόγα ανήσυχη, μα ο πατέρας της είχε ορκιστεί πως καμιά θνητή φωτιά δεν έπρεπε να την αγγίξει. Κάθε αυγή άναβε τους ιερούς πυρσούς, κι η λάμψη τους έμοιαζε με παλμό ζωής — μα μέσα της ανθούσε μια δίψα που κανένα φως δεν γέμιζε.
Ένα δειλινό εμφανίστηκε στο άλσος ο Αρίστων, πολεμιστής με βλέμμα τόσο βαθύ όσο το αίμα του ηλιοβασιλέματος. Χάθηκε ανάμεσά τους η σιωπή: εκείνος την είδε σαν φλόγα που γεννήθηκε για να αγγίξει τον κόσμο· εκείνη τον ένιωσε σαν άνεμο που θα μπορούσε να την κάνει να καεί και να αναγεννηθεί.
Όμως το φιλί τους ήταν απαγορευμένο, κι η ίδια η φωτιά τραντάχτηκε από την ένταση της επιθυμίας τους.
Η Ήρα, που γνώριζε καλά τη δύναμη του πάθους, άγγιξε την καρδιά της Αλκίννας και την μετέτρεψε σε πέτρα που έλαμπε σαν αίμα που λάμπει στο φως του ήλιου.
Μια πέτρα που έκαιγε χωρίς να καταστρέφει.
Μια πέτρα που πάλλονταν όπως ο χτύπος δυο σωμάτων που επιθυμούν.
Έτσι γεννήθηκε η Καρνεόλη.
Από τότε, λένε πως όποιος την κρατά πάνω στο δέρμα του ακούει τον παλμό της ζωής πιο δυνατά· πως αναζωπυρώνει τη θέληση, τη χαρά, τον ερωτικό πόθο· πως θυμίζει πως το πάθος δεν είναι φωτιά που καίει, αλλά φως που οδηγεί.




































































