Λένε πως η Αμέθυστος περπατούσε ένα σούρουπο, όταν η Γη μοσχοβολούσε μούστο και ο Διόνυσος περιπλανιόταν με καρδιά βαριά από κρασί.
Η αγνή της παρουσία στάθηκε σαν αθόρυβη σελήνη μπροστά του, κι ο θεός, παρασυρμένος από μέθη και λαχτάρα, άπλωσε το χέρι του προς αυτήν.
Η κοπέλα ψιθύρισε μια προσευχή∙ και η Άρτεμη την τύλιξε με φως ψυχρό σαν αυγή.
Το σώμα της έγινε κρύσταλλο καθαρό, άθικτο, απρόσιτο, σαν παγωμένη προσευχή.
Ο Διόνυσος τότε είδε το λάθος του.
Τα δάκρυά του – δρόσοι από κρασί και λύπη – έπεσαν πάνω στον κρύσταλλο και τον έβαψαν βαθύ μωβ, σαν νύχτα που θυμάται ακόμη το φως.
Κι έτσι γεννήθηκε ο Αμέθυστος,
η πέτρα που κουβαλά μέσα της το χρώμα της συγγνώμης
και την ηρεμία μιας ψυχής που δεν λύγισε.
Προϊόντα με Αμέθυστο εδώ




































































